αγκιστρώνομαι


αγκιστρώνομαι
αγκιστρώνομαι, αγκιστρώθηκα, αγκιστρωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγκριώνω — αγκιστρώνομαι από κάτι, μπλέκομαι, «πιάνομαι» σε αγκαθωτά κυρίως φυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας] …   Dictionary of Greek

  • βραχιάζω — 1. γκρεμίζω κάποιον από βράχο 2. πιάνομαι σε βράχο, αγκιστρώνομαι 3. βραχιάζω και βραχιάζομαι (γιαγίδια) ανεβαίνω σε βραχώδη μέρη απ όπου δεν μπορώ να κατεβώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < βράχια (πληθ. του βράχος*)] …   Dictionary of Greek

  • μπλέκω — 1. περιπλέκω, ανακατώνω, μπερδεύω κάτι («πάλι έμπλεξα τις κλωστές») 2. μτφ. παρασύρω κάποιον σε επιζήμια ή κακή υπόθεση («τόν έμπλεξαν στα ναρκωτικά») 3. κάνω κάποιον να συνάψει ερωτικές σχέσεις μαζί μου («τόν έμπλεξε μια ζωντοχήρα») 4. (αμτβ.)… …   Dictionary of Greek

  • πιάνω — ΝΜ 1. παίρνω κάτι με το χέρι και τό κρατώ, κρατώ, κατέχω, βαστώ (α. «να γιατρευτεί το χέρι μου, να πιάσω το σπαθί μου», δημ. τραγούδι β. «ὅταν τὴν πέρδικα ἰδεῑ, σκύπτει καὶ τὴν πιάνει», Διγ. Ακρ.) 2. μτφ. (για ασθένειες, ψυχικές καταστάσεις)… …   Dictionary of Greek

  • σκαλώνω — Ν [σκάλα] 1. ανέρχομαι σε ψηλό ή δύσβατο τόπο με τη βοήθεια τών χεριών και τών ποδιών μου, σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι 2. (μτβ.) αναρτώ, κρεμώ 3. μτφ. α) αγκιστρώνομαι πιάνομαι σε αιχμηρό αντικείμενο ή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα εμπόδια έτσι ώστε… …   Dictionary of Greek